Για ένα κράτημα, μια απαλότητα

«…Αγόρασα κάτι χαρτομάντιλα που στην αρχή μου φάνηκαν πολύ απαλά, αλλά στο τέλος με έγδαραν.

 

Δεν έφταιγαν αυτά που τα διάλεξα.

Θες το εξαιρετικά διακοσμημένο κουτί, θες η ανάγκη μου για το ξεχωριστό και το περίεργο, θες που τόσο καιρό βολευόμουν με το χαρτί της κουζίνας;  Όλα έπαιξαν το ρόλο τους.

 

Τα άνοιξα με προσοχή, μη σκίσω το κουτί περισσότερο από όσο έπρεπε. Τα έβαλα πάνω στο κομοδίνο, στην περίοπτη θέση δίπλα από το βιβλίο με τα παραμύθια.

Εγώ ήξερα πόσο σημαντική ήταν αυτή η θέση. Εκείνα όχι.

Τράβηξα το πρώτο, ίσα-ίσα να φαίνεται. Το ετοίμασα για την πρώτη του φορά.

Και αυτή η πρώτη φορά ήταν για μένα σαν να μην είχα ξαναχρησιμοποιήσει χαρτομάντιλο.

Με περιποιήθηκε, με φρόντισε και άφησε πάνω μου εκείνη την εξαιρετική μυρωδιά που σου ποτίζει τα ρουθούνια και δεν βγαίνει ό,τι άλλο και αν μυρίσεις.

 

Δεν το πέταξα. Το φύλαξα. Γελοίο ε; Καθόλου γελοίο δεν μου φαινόταν όμως.

Αυτά τα χαρτομάντιλα δεν τα πετάς. Τα κρατάς γιατί δεν ξέρεις αν θα τα ξαναβρείς, δεν ξέρεις αν θα σου ξανακάνουν την τιμή να μπουν στο σπίτι σου, στο κομοδίνο σου, να κάνουν παρέα στο βιβλίο της ζωής σου.

 

Στο πρώτο συνάχι ξανατράβηξα. Όμως αυτή τη φορά το χαρτομάντιλο σαν να αρνήθηκε να με εξυπηρετήσει.

Χρειάστηκα και δεύτερο και τρίτο, και στο τέλος έμεινε πάνω μου εκτός από τη μυρωδιά (που προς το παρόν ήταν η ίδια), και εκείνη η αίσθηση του ερεθισμού –πράγμα απαράδεκτο για τόσο ακριβά χαρτομάντιλα.

 

Σημασία δεν έδωσα. Έβαλα και το βιβλίο με τα παραμύθια από κάτω τους και τα έκανα ένα.

Δίπλα τους, ένα ποτήρι με νερό. Ένα ποτήρι νερό που είχα τόσο ανάγκη να το πιω, αλλά αυτό πήρε από μόνο του μια άλλη απόφαση. Έπεσε και άρχισε να μουσκεύει το βιβλίο.

Μέσα στον πανικό μου να το σώσω, άρπαξα τα χαρτομάντιλα και άρχισα να το σκουπίζω.

 

Μάταιη η προσπάθεια. Τα λευκά χαρτομάντιλα μεταμορφώθηκαν σε σκόνη που την έπινε το νερό και την εξαφάνιζε.

Το κουτί μισοάδειο, το βιβλίο βρεγμένο, διαλυμένο σχεδόν από το νερό που μετατράπηκε στο χειρότερο εχθρό του.

Η μήπως δεν ήταν το νερό ο εχθρός του;

 

Το κουτί με τα χαρτομάντιλα άρχισε να γέρνει.

Το στήριξα, το υποστήριξα, το στερέωσα. Και έτσι όπως παρέμεινε ελαφρώς γερμένο,  άρχισα να προσέχω ότι ξεκίνησε να μοιάζει επικίνδυνα με το χειρότερο κουζινόχαρτο.

Σημασία όμως δεν έδωσα. Ή έδωσα, δεν το θυμάμαι πολύ καλά.

 

Πού βρέθηκε το μαχαίρι στο χέρι μου, δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι δεν πρόσεξα, και κόπηκα.

Κόπηκα βαθιά, από εκείνα τα κοψίματα που για τα πρώτα δευτερόλεπτα δεν τρέχει αίμα και ξαφνικά σαν να το θυμάται το ίδιο το τραύμα, απλώς ξεκινάει να τρέχει.

Τράβηξα γρήγορα τα τελευταία χαρτομάντιλα από το κουτί και τα τοποθέτησα πάνω στο σημείο της πληγής.

Μάταιος κόπος και πάλι. Το αίμα πέρναγε τα χαρτομάντιλα σαν να μην υπήρχαν. Πέρναγε και έτρεχε. Έτρεχε και τράβαγα κι άλλο. Τράβαγα και σαν να άλλαζε το χρώμα τους, σαν να εξαφανιζόταν η μυρωδιά τους.

 

Σταμάτησε το αίμα. Τα κατάφερα. Ανακούφιση δεν υπήρξε όμως. Απογοήτευση μόνο.

Και το δέρμα μου, τραχύ και ερεθισμένο, λες και τα χαρτομάντιλα ήταν γυαλόχαρτα.

Προσεκτικά καμουφλαρισμένα γυαλόχαρτα.

 

Έχει κι ανθρώπους τέτοιους. Μέσα σε υπέροχες συσκευασίες, που μυρίζουν υπέροχα.

Ανθρώπους που ζητάνε να μπουν στο βιβλίο της ζωής σου, μα στην ουσία στο πρώτο νερό, στο πρώτο αίμα, δεν τα καταφέρνουν.

Κι έτσι τελειώνουν για σένα. Και μένεις πίσω, με ένα κατεστραμμένο βιβλίο ζωής και μια πληγή ανοιχτή.

 

Το βιβλίο μάλλον το έσωσα. Η πληγή με πονάει.

Ευτυχώς όμως την πληγή τη γλείφω, την πληγή την καταφέρνω μόνη μου…»

(πηγή:www.eyedoll.gr)